Библия » Номера Стронга для НЗ » назад » G1330: διέρχομαι

« G1329

G1330: διέρχομαι

G1331 »
Часть речи: Глагол
Значение слова διέρχομαι:

1. проходить, идти сквозь;
2. расходиться, распространяться.

Оригинальная статья из Strong Dictionary:

From G1223 (dia) and G2064 (erchomai); to traverse (literally) — come, depart, go (about, abroad, everywhere, over, through, throughout), pass (by, over, through, throughout), pierce through, travel, walk through.

Транслитерация:
диерхомаи / diérchomai

Произношение:
дье́рхοмэ / dee-er'-khom-ahee

старая версия:


Варианты синодального перевода:

пройдя (6), проходя (3), то ходит (2), пройти (2), переправимся (2), проходил (2), и проходил (2), проходить (2), ходил (2), прошли (2), идти (2), пройдя через (2), пойдем (1), пройдет (1), распространялась (1), и проходили (1), ходили (1), обходя (1), придти (1), они проходили (1), перешла (1), пройду (1), я иду через (1), прошедшего (1).

Варианты в King James Bible (45):

passing, come, gone, departed, went, past, about, passed, by, over, into, abroad, walketh, travelled, us, pass, going, go, where, there, through, as...

Варианты в English Standard Version (39):

as I walked around, traveled, was passing, traveled as far as, was passed on, he traveled through, traveled inland, they traveled through, traveled through [that region], I will be going through, went around, throughout, it passes, to visit, passing through, passed, They traveled through, to pass, have to keep coming, [and] was passing through, traveling through...

Варианты в New American Standard Bible (68):

made, passing, way, come, gone, went, about, pierce, passes, passed, over, straight, spreading, pass, going, traveling, go, across, spread, through, coming, throughout...

Варианты в греческом тексте:

διελεύσεται, διελεύσομαι, διελευσόμεθα, διελεύσονται, διεληλυθότα, διέλθατε, διελθεῖν, διέλθῃ, διελθόντα, διελθόντες, διέλθω, Διέλθωμεν, διελθὼν, διέρχεσθαι, διέρχεται, διέρχομαι, διερχόμενον, διερχόμενος, διῆλθεν, διῆλθες, Διῆλθον, διῆλθον, διήρχετο, διήρχοντο


Используется в Новом Завете 42 раза в 41 стихе   — показать где используется в НЗ ×
Данные на основе Textus Receptus, Stephanus 1550.

Словари: Дворецкого Abbott-Smith Liddell-Scott-Jones Moulton-Milligan Thayer's Vine's скрыть
Родственные слова:
G1223 — διά;
G88 — ἀδιάλειπτος;
G592 — ἀποδιορίζω;
G1224 — διαβαίνω;
G1225 — διαβάλλω;
G1226 — διαβεβαιόομαι;
G1227 — διαβλέπω;
G1229 — διαγγέλλω;
G1230 — διαγίνομαι;
G1231 — διαγινώσκω;
G1232 — διαγνωρίζω;
G1234 — διαγογγύζω;
G1235 — διαγρηγορέω;
G1236 — διάγω;
G1237 — διαδέχομαι;
G1238 — διάδημα;
G1239 — διαδίδωμι;
G1241 — διαζώννυμι;
G1244 — διαιρέω;
G1245 — διακαθαρίζω;
G1246 — διακατελέγχομαι;
G1251 — διακούομαι;
G1252 — διακρίνω;
G1254 — διακωλύω;
G1255 — διαλαλέω;
G1256 — διαλέγομαι;
G1257 — διαλείπω;
G1259 — διαλλάσσω;
G1260 — διαλογίζομαι;
G1262 — διαλύω;
G1263 — διαμαρτύρομαι;
G1264 — διαμάχομαι;
G1265 — διαμένω;
G1266 — διαμερίζω;
G1268 — διανέμω;
G1269 — διανεύω;
G1270 — διανόημα;
G1271 — διάνοια;
G1272 — διανοίγω;
G1273 — διανυκτερεύω;
G1274 — διανύω;
G1275 — διαπαντός;
G1276 — διαπεράω;
G1277 — διαπλέω;
G1278 — διαπονέω;
G1279 — διαπορεύομαι;
G1280 — διαπορέω;
G1281 — διαπραγματεύομαι;
G1282 — διαπρίω;
G1283 — διαρπάζω;
G1284 — διαῤῥήσσω;
G1285 — διασαφέω;
G1286 — διασείω;
G1287 — διασκορπίζω;
G1288 — δεασπάω;
G1289 — διασπείρω;
G1291 — διαστέλλομαι;
G1294 — διαστρέφω;
G1295 — διασώζω;
G1298 — διαταράσσω;
G1299 — διατάσσω;
G1300 — διατελέω;
G1301 — διατηρέω;
G1302 — διατί;
G1303 — διατίθεμαι;
G1304 — διατρίβω;
G1305 — διατροφή;
G1306 — διαυγάζω;
G1307 — διαφανής;
G1308 — διαφέρω;
G1309 — διαφεύγω;
G1310 — διαφημίζω;
G1311 — διαφθείρω;
G1314 — διαφυλάσσω;
G1315 — διαχειρίζομαι;
G1316 — διαχωρίζομαι;
G1326 — διεγείρω;
G1327 — διέξοδος;
G1329 — διερμηνεύω;
G1331 — διερωτάω;
G1334 — διηγέομαι;
G1336 — διηνεκές;
G1338 — διΐκνέομαι;
G1339 — διΐστημε;
G1340 — διΐσχυρίζομαι;
G1352 — διό;
G1353 — διοδεύω;
G1357 — διόρθωσις;
G1358 — διορύσσω;
G1360 — διότι;
G1368 — διῦλίζω;
G1555 — ἐκδιηγέομαι;
G2064 — ἔρχομαι;
G424 — ἀνέρχομαι;
G565 — ἀπέρχομαι;
G1525 — εἰσέρχομαι;
G1658 — ἐλεύθερος;
G1660 — ἔλευσις;
G1831 — ἐξέρχομαι;
G1904 — ἐπέρχομαι;
G2718 — κατέρχομαι;
G3801 — ὁ ὢν ὁ ἦν ὁ ἐρχόμενος;
G3928 — παρέρχομαι;
G4022 — περιέρχομαι;
G4281 — προέρχομαι;
G4334 — προσέρχομαι;
G4905 — συνέρχομαι;
Похожие слова в Ветхом Завете:
H167 — אָהַל (aw-hal');
H935 — בּוֹא (bo);
H1980 — הָלַךְ (haw-lak');
H2498 — חָלַף (khaw-laf');
H3318 — יָצָא (yaw-tsaw');
H3381 — יָרַד (yaw-rad');
H5157 — נָחַל (naw-khal');
H5437 — סָבַב (saw-bab');
H5674 — עָבַר (aw-bar');
H5782 — עוּר (oor);
H5975 — עָמַד (aw-mad');
H6293 — פָּגַע (paw-gah');
H7392 — רָכַב (raw-kab');
H7429 — רָמַס (raw-mas');
H7751 — שׁוּט (shoot);
H7789 — שׁוּר (shoor);
H8388 — תָּאַר (taw-ar');

© 2016−2024, сделано с любовью для любящих и ищущих Бога.