Библия » Номера Стронга для НЗ » назад » G1263: διαμαρτύρομαι

« G1262

G1263: διαμαρτύρομαι

G1264 »
Часть речи: Глагол
Значение слова διαμαρτύρομαι:

1. (торжественно) свидетельствовать, (клятвенно) утверждать, возвещать;
2. заклинать, умолять, настойчиво просить.

Оригинальная статья из Strong Dictionary:

From G1223 (dia) and G3140 (martureo); to attest or protest earnestly, or (by implication) hortatively — charge, testify (unto), witness.

Транслитерация:
диамартуромаи / diamartýromai

Произношение:
дьямарты́рοмэ / dee-am-ar-too'-rom-ahee

старая версия:


Варианты синодального перевода:

свидетельствовать (2), заклинаю (2), он засвидетельствует (1), он свидетельствовал (1), засвидетельствовав (1), возвещая (1), свидетельствует (1), проповедать (1), ты свидетельствовал (1), приводя свидетельства (1), свидетельствовали (1), заклиная (1), засвидетельствовал (1).

Варианты в King James Bible (15):

testified, testify, charging, witnesseth, charge, Testifying

Варианты в English Standard Version (13):

Let him warn, solemnly warned [you], I solemnly charge [you], it is testified, charging [them], [ the ministry ] of testifying, I charge [you], warns, to testify, testifying about, had testified, testifying, he testified, you have testified

Варианты в New American Standard Bible (28):

testified, testify, solemnly, witnessed, charge, warned, warn, testifies, testifying

Варианты в греческом тексте:

διαμαρτυράμενοι, διαμαρτύρασθαι, διαμαρτύρεταί, διαμαρτύρηται, διαμαρτύρομαι, Διαμαρτύρομαι, διαμαρτυρόμενος, διαμαρτύρωμαι, διεμαρτυράμεθα, διεμαρτύρατο, διεμαρτύρω


Используется в Новом Завете 15 раз в 15 стихах   — показать где используется в НЗ ×
Данные на основе Textus Receptus, Stephanus 1550.

Словари: Дворецкого Abbott-Smith Liddell-Scott-Jones Moulton-Milligan Thayer's Vine's скрыть
Родственные слова:
G1223 — διά;
G88 — ἀδιάλειπτος;
G592 — ἀποδιορίζω;
G1224 — διαβαίνω;
G1225 — διαβάλλω;
G1226 — διαβεβαιόομαι;
G1227 — διαβλέπω;
G1229 — διαγγέλλω;
G1230 — διαγίνομαι;
G1231 — διαγινώσκω;
G1232 — διαγνωρίζω;
G1234 — διαγογγύζω;
G1235 — διαγρηγορέω;
G1236 — διάγω;
G1237 — διαδέχομαι;
G1238 — διάδημα;
G1239 — διαδίδωμι;
G1241 — διαζώννυμι;
G1244 — διαιρέω;
G1245 — διακαθαρίζω;
G1246 — διακατελέγχομαι;
G1251 — διακούομαι;
G1252 — διακρίνω;
G1254 — διακωλύω;
G1255 — διαλαλέω;
G1256 — διαλέγομαι;
G1257 — διαλείπω;
G1259 — διαλλάσσω;
G1260 — διαλογίζομαι;
G1262 — διαλύω;
G1264 — διαμάχομαι;
G1265 — διαμένω;
G1266 — διαμερίζω;
G1268 — διανέμω;
G1269 — διανεύω;
G1270 — διανόημα;
G1271 — διάνοια;
G1272 — διανοίγω;
G1273 — διανυκτερεύω;
G1274 — διανύω;
G1275 — διαπαντός;
G1276 — διαπεράω;
G1277 — διαπλέω;
G1278 — διαπονέω;
G1279 — διαπορεύομαι;
G1280 — διαπορέω;
G1281 — διαπραγματεύομαι;
G1282 — διαπρίω;
G1283 — διαρπάζω;
G1284 — διαῤῥήσσω;
G1285 — διασαφέω;
G1286 — διασείω;
G1287 — διασκορπίζω;
G1288 — δεασπάω;
G1289 — διασπείρω;
G1291 — διαστέλλομαι;
G1294 — διαστρέφω;
G1295 — διασώζω;
G1298 — διαταράσσω;
G1299 — διατάσσω;
G1300 — διατελέω;
G1301 — διατηρέω;
G1302 — διατί;
G1303 — διατίθεμαι;
G1304 — διατρίβω;
G1305 — διατροφή;
G1306 — διαυγάζω;
G1307 — διαφανής;
G1308 — διαφέρω;
G1309 — διαφεύγω;
G1310 — διαφημίζω;
G1311 — διαφθείρω;
G1314 — διαφυλάσσω;
G1315 — διαχειρίζομαι;
G1316 — διαχωρίζομαι;
G1326 — διεγείρω;
G1327 — διέξοδος;
G1329 — διερμηνεύω;
G1330 — διέρχομαι;
G1331 — διερωτάω;
G1334 — διηγέομαι;
G1336 — διηνεκές;
G1338 — διΐκνέομαι;
G1339 — διΐστημε;
G1340 — διΐσχυρίζομαι;
G1352 — διό;
G1353 — διοδεύω;
G1357 — διόρθωσις;
G1358 — διορύσσω;
G1360 — διότι;
G1368 — διῦλίζω;
G1555 — ἐκδιηγέομαι;
G3140 — μαρτυρέω;
G1957 — ἐπιμαρτυρέω;
G2649 — καταμαρτυρέω;
G4828 — συμμαρτυρέω;
Похожие слова в Ветхом Завете:
H2095 — זְהַר (zeh-har');
H3045 — יָדַע (yaw-dah');
H5749 — עוּד (ood);

© 2016−2024, сделано с любовью для любящих и ищущих Бога.