Библия » Номера Стронга для НЗ » назад » G1260: διαλογίζομαι

« G1259

G1260: διαλογίζομαι

G1261 »
Часть речи: Глагол
Значение слова διαλογίζομαι:

1. размышлять, соображать, рассчитывать, помышлять, думать;
2. обсуждать, обговаривать, дискуссировать, рассуждать.

Оригинальная статья из Strong Dictionary:

From G1223 (dia) and G3049 (logizomai); to reckon thoroughly, i.e. (genitive case) to deliberate (by reflection or discussion) — cast in mind, consider, dispute, muse, reason, think.

Транслитерация:
диалогизомаи / dialogízomai

Произношение:
дьялοгьй́зοмэ / dee-al-og-id'-zom-ahee

старая версия:


Варианты синодального перевода:

помышляли (3), помышляете (2), рассуждали (2), помышляют (1), рассуждая (1), рассуждаете (1), вы рассуждали (1), размышляла (1), рассуждать (1), вы помышляете (1), он рассуждал (1), подумаете (1).

Варианты в King James Bible (16):

thought, mused, ye, reason, consider, disputed, mind, reasoned, reasoning

Варианты в English Standard Version (11):

they discussed it, to contemplate [this], They deliberated, are you thinking [these things], are you thinking, contemplating, wondered, they began to discuss, he thought, They discussed this, are you debating, they were thinking, wondering, were you discussing

Варианты в New American Standard Bible (16):

discuss, discussing, reason, wondering, pondering, reasoned, reasoning

Варианты в греческом тексте:

διαλογίζεσθαι, διαλογίζεσθε, διαλογιζόμενοι, διαλογιζομένων, διαλογίζονται, διελογίζεσθε, διελογίζετο, διελογίζοντο


Используется в Новом Завете 16 раз в 15 стихах   — показать где используется в НЗ ×
Данные на основе Textus Receptus, Stephanus 1550.

Словари: Дворецкого Abbott-Smith Liddell-Scott-Jones Moulton-Milligan Thayer's Vine's скрыть
Родственные слова:
G1261 — διαλογισμός;
G1223 — διά;
G88 — ἀδιάλειπτος;
G592 — ἀποδιορίζω;
G1224 — διαβαίνω;
G1225 — διαβάλλω;
G1226 — διαβεβαιόομαι;
G1227 — διαβλέπω;
G1229 — διαγγέλλω;
G1230 — διαγίνομαι;
G1231 — διαγινώσκω;
G1232 — διαγνωρίζω;
G1234 — διαγογγύζω;
G1235 — διαγρηγορέω;
G1236 — διάγω;
G1237 — διαδέχομαι;
G1238 — διάδημα;
G1239 — διαδίδωμι;
G1241 — διαζώννυμι;
G1244 — διαιρέω;
G1245 — διακαθαρίζω;
G1246 — διακατελέγχομαι;
G1251 — διακούομαι;
G1252 — διακρίνω;
G1254 — διακωλύω;
G1255 — διαλαλέω;
G1256 — διαλέγομαι;
G1257 — διαλείπω;
G1259 — διαλλάσσω;
G1262 — διαλύω;
G1263 — διαμαρτύρομαι;
G1264 — διαμάχομαι;
G1265 — διαμένω;
G1266 — διαμερίζω;
G1268 — διανέμω;
G1269 — διανεύω;
G1270 — διανόημα;
G1271 — διάνοια;
G1272 — διανοίγω;
G1273 — διανυκτερεύω;
G1274 — διανύω;
G1275 — διαπαντός;
G1276 — διαπεράω;
G1277 — διαπλέω;
G1278 — διαπονέω;
G1279 — διαπορεύομαι;
G1280 — διαπορέω;
G1281 — διαπραγματεύομαι;
G1282 — διαπρίω;
G1283 — διαρπάζω;
G1284 — διαῤῥήσσω;
G1285 — διασαφέω;
G1286 — διασείω;
G1287 — διασκορπίζω;
G1288 — δεασπάω;
G1289 — διασπείρω;
G1291 — διαστέλλομαι;
G1294 — διαστρέφω;
G1295 — διασώζω;
G1298 — διαταράσσω;
G1299 — διατάσσω;
G1300 — διατελέω;
G1301 — διατηρέω;
G1302 — διατί;
G1303 — διατίθεμαι;
G1304 — διατρίβω;
G1305 — διατροφή;
G1306 — διαυγάζω;
G1307 — διαφανής;
G1308 — διαφέρω;
G1309 — διαφεύγω;
G1310 — διαφημίζω;
G1311 — διαφθείρω;
G1314 — διαφυλάσσω;
G1315 — διαχειρίζομαι;
G1316 — διαχωρίζομαι;
G1326 — διεγείρω;
G1327 — διέξοδος;
G1329 — διερμηνεύω;
G1330 — διέρχομαι;
G1331 — διερωτάω;
G1334 — διηγέομαι;
G1336 — διηνεκές;
G1338 — διΐκνέομαι;
G1339 — διΐστημε;
G1340 — διΐσχυρίζομαι;
G1352 — διό;
G1353 — διοδεύω;
G1357 — διόρθωσις;
G1358 — διορύσσω;
G1360 — διότι;
G1368 — διῦλίζω;
G1555 — ἐκδιηγέομαι;
G3049 — λογίζομαι;
G3053 — λογισμός;
G3884 — παραλογίζομαι;
G4817 — συλλογίζομαι;
Похожие слова в Ветхом Завете:
H2161 — זָמַם (zaw-mam');
H2803 — חָשַׁב (khaw-shab');

© 2016−2024, сделано с любовью для любящих и ищущих Бога.