окончил (1), совершиться (1), по прошествии (1), окончив (1), оканчивает (1), Я заключу (1).
ended, make, finish, fulfilled
I will make, over, had finished, to be fulfilled, had ended, thoroughly
EFFECT, ended, over, THOROUGHLY, fulfilled, finished
συνετέλεσαν, Συνετέλεσεν, συνετέλεσεν, συνετελέσθη, συνετελέσθησαν, συνετέλουν, συντελεῖσθαι, συντελέσαι, συντελέσας, συντελέσει, συντελέσεις, συντελέσῃ, συντελέσῃς, συντελεσθεισῶν, συντελεσθῶσιν, συντέλεσον, συντελέσω, συντελοῦνται, συντελῶν, συντετέλεσθε, συντετελεσμένα