Библия » Номера Стронга для НЗ » назад » G2615: καταδουλόω

« G2614

G2615: καταδουλόω

G2616 »
Часть речи: Глагол
Значение слова καταδουλόω:

Порабощать, покорять в рабство.

Оригинальная статья из Strong Dictionary:

From G2596 (kata) and G1402 (douloo); to enslave utterly — bring into bondage.

Транслитерация:
катадоулоо / katadoulóō

Произношение:
катадулόо / kat-ad-oo-lo'-o

старая версия:


Варианты синодального перевода:

порабощает (1), поработить (1).

Варианты в King James Bible (4):

bring, bondage

Варианты в English Standard Version (2):

to enslave, enslaves

Варианты в New American Standard Bible (3):

bring, bondage, enslaves

Варианты в греческом тексте:

καταδουλοῖ, κατεδουλώσατο


Используется в Новом Завете 2 раза в 2 стихах   — показать где используется в НЗ ×
Данные на основе Textus Receptus, Stephanus 1550.

Словари: Дворецкого Abbott-Smith Liddell-Scott-Jones Moulton-Milligan Thayer's Vine's скрыть
Родственные слова:
G2596 — κατά;
G177 — ἀκατακάλυπτος;
G1246 — διακατελέγχομαι;
G1527 — εἷς, καθ, εἷς;
G2505 — καθά;
G2507 — καθαιρέω;
G2510 — καθάπτω;
G2515 — καθέδρα;
G2516 — καθέζομαι;
G2517 — καθεξῆς;
G2518 — καθεύδω;
G2519 — καθηγητής;
G2520 — καθήκω;
G2521 — κάθημαι;
G2522 — καθημερινός;
G2524 — καθίημι;
G2525 — καθίστημι;
G2526 — καθό;
G2527 — καθόλου;
G2528 — καθοπλίζω;
G2529 — καθοράω;
G2530 — καθότι;
G2531 — καθώς;
G2576 — καμμύω;
G2597 — καταβαίνω;
G2598 — καταβάλλω;
G2599 — καταβαρέω;
G2601 — καταβιβάζω;
G2603 — καταβραβεύω;
G2605 — καταγγέλλω;
G2607 — καταγινώσκω;
G2608 — κατάγνυμι;
G2609 — κατάγω;
G2610 — καταγωνίζομαι;
G2611 — καταδέω;
G2612 — κατάδηλος;
G2613 — καταδικάζω;
G2614 — καταδιώκω;
G2616 — καταδυναστεύω;
G2617 — καταισχύνω;
G2618 — κατακαίω;
G2619 — κατακαλύπτω;
G2620 — κατακαυχάομαι;
G2621 — κατάκειμαι;
G2622 — κατακλάω;
G2623 — κατακλείω;
G2624 — κατακληροδοτέω;
G2625 — κατακλίνω;
G2626 — κατακλύζω;
G2628 — κατακολουθέω;
G2629 — κατακόπτω;
G2630 — κατακρημνίζω;
G2632 — κατακρίνω;
G2634 — κατακυριεύω;
G2637 — κατάλαλος;
G2638 — καταλαμβάνω;
G2639 — καταλέγω;
G2641 — καταλείπω;
G2642 — καταλιθάζω;
G2644 — καταλλάσσω;
G2645 — κατάλοιπος;
G2647 — καταλύω;
G2648 — καταμανθάνω;
G2649 — καταμαρτυρέω;
G2650 — καταμένω;
G2651 — καταμόνας;
G2652 — κατανάθεμα;
G2653 — καταναθεματίζω;
G2654 — καταναλίσκω;
G2655 — καταναρκάω;
G2656 — κατανεύω;
G2657 — κατανοέω;
G2658 — καταντάω;
G2660 — κατανύσσω;
G2661 — καταξιόω;
G2662 — καταπατέω;
G2664 — καταπαύω;
G2665 — καταπέτασμα;
G2666 — καταπίνω;
G2667 — καταπίπτω;
G2668 — καταπλέω;
G2669 — καταπονέω;
G2670 — καταποντίζω;
G2671 — κατάρα;
G2673 — καταργέω;
G2674 — καταριθμέω;
G2675 — καταρτίζω;
G2678 — κατασείω;
G2679 — κατασκάπτω;
G2680 — κατασκευάζω;
G2681 — κατασκηνόω;
G2683 — κατασκιάζω;
G2685 — κατάσκοπος;
G2686 — κατασοφίζομαι;
G2687 — καταστέλλω;
G2690 — καταστρέφω;
G2691 — καταστρηνιάω;
G2693 — καταστρώννυμι;
G2694 — κατασύρω;
G2695 — κατασφάττω;
G2696 — κατασφραγίζω;
G2698 — κατατίθημι;
G2699 — κατατομή;
G2700 — κατατοξεύω;
G2701 — κατατρέχω;
G2702 — καταφέρω;
G2703 — καταφευγω;
G2704 — καταφθείρω;
G2705 — καταφιλέω;
G2706 — καταφρονέω;
G2708 — καταχέω;
G2709 — καταχθόνιος;
G2710 — καταχράομαι;
G2711 — καταψύχω;
G2712 — κατείδωλος;
G2713 — κατέναντι;
G2714 — κατενώπιον;
G2715 — κατεξουσιάζω;
G2716 — κατεργάζομαι;
G2718 — κατέρχομαι;
G2719 — κατεσθίω;
G2721 — κατεφίστημι;
G2722 — κατέχω;
G2725 — κατήγορος;
G2726 — κατήφεια;
G2727 — κατηχέω;
G2728 — κατιόω;
G2729 — κατισχύω;
G2730 — κατοικέω;
G2734 — κατοπτρίζομαι;
G2735 — κατόρθωμα;
G2736 — κάτω, κατωτέρω;
G4785 — συγκαταψηφίζω;
G5236 — ὑπερβολή;
G1402 — δουλόω;
Похожие слова в Ветхом Завете:
H5647 — עָבַד (aw-bad');
H7412 — רְמָה (rem-aw');

© 2016−2024, сделано с любовью для любящих и ищущих Бога.